ἄλμα

ἄλμα
Grammatical information: n.
Meaning: `(sacred) grove' (Lyc. 319)
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: The word has the same meaning as ἄλσος, q.v. From ἀλ- `feed' in ἀλδαίνω etc.?
Page in Frisk: 1,77

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἅλμα — spring neut nom/voc/acc sg ἅλμᾱ , ἅλμη sea water fem nom/voc/acc dual ἅλμᾱ , ἅλμη sea water fem nom/voc sg (doric aeolic) ἅ̱λμᾱ , ἁλμάω become mildewed imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἅλμᾱ , ἁλμάω become mildewed pres imperat act 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄλμα — neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άλμα — Αθλητικό αγώνισμα το οποίο διαιρείται σε τέσσερις ειδικότητες: ά. εις ύψος, ά. επί κοντώ, ά. εις μήκος, ά. τριπλούν. Στο ά. εις ύψος, ο αθλητής πρέπει να υπερπηδήσει έναν οριζόντιο πήχη που έχει τοποθετηθεί μεταξύ δύο καθέτων δοκών· μπορεί να… …   Dictionary of Greek

  • άλμα — το, ατος 1. πήδημα: Κατέχει το ρεκόρ του άλματος σε μήκος. 2. η γρήγορη προς τα εμπρός μετακίνηση στρατιώτη ή ομάδας στρατιωτών: Κάναμε το άλμα χωρίς απώλειες. 3. (σε διήγηση ή σε συλλογισμό), χάσμα, κενό: Στην αφήγησή σου, παρακαλώ, να μην… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἅλμᾳ — ἅλμαι , ἅλμη sea water fem nom/voc pl ἅλμᾱͅ , ἅλμη sea water fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άλμα — [алма] ουσ. о. прыжок …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἁλμᾷ — ἁλμάω become mildewed pres subj mp 2nd sg ἁλμάω become mildewed pres ind mp 2nd sg (epic doric aeolic) ἁλμάω become mildewed pres subj act 3rd sg ἁλμάω become mildewed pres ind act 3rd sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Άλμα Άτα — Παλαιότερη ονομασία της προηγούμενης πρωτεύουσας του Καζακστάν, Αλμάτι (βλ. λ.) …   Dictionary of Greek

  • άλμα ρήγματος — Στη γεωλογία, το πλάτος της διαφοράς των δύο επιφανειών του στρώματος, που μετακινήθηκε κατά τη διάρρηξη (βλ. λ. ρήγμα) …   Dictionary of Greek

  • Άλμα Ταντέμα, σερ Λόρενς — (Sir Lawrence Alma Tadema, 1836 – 1912). Άγγλος ζωγράφος, ολλανδικής καταγωγής. Μετά το τέλος των γυμνασιακών του σπουδών φοίτησε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Αμβέρσας και εργάστηκε στο εργαστήριο του Ερρίκου Λέις. Οι τεχνοκρίτες χαρακτήρισαν… …   Dictionary of Greek

  • ἁλμάτων — ἅλμα spring neut gen pl ἁλμά̱των , ἁλμάω become mildewed pres imperat act 3rd pl ἁλμά̱των , ἁλμάω become mildewed pres imperat act 3rd dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.